Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

life, lies and death.

Όμορφες, φθινοπωρινές μέρες. Κάποιες ηλιόλουστες, κάποιες συννεφιασμένες, βροχερές. Μέρες με νόημα, μέρες χωρίς σκοπό, μέρες δύσκολες, εύκολες, σύντομες ή αργές. Μέρες που προσπαθείς να βρεις τον εαυτό σου, μέρες που είσαι σίγουρος για σένα, μέρες απογοητευτικές ή ενθαρρυντικές. Και εσύ, περνάς μέσα στον κόσμο σαν φάντασμα, χωρίς να δίνεις σημασία και χωρίς να σου δίνει κι εσένα κανείς την σημασία που χρειάζεσαι ωστε να πάρεις σάρκα και οστά, την σημασία που χρειάζεσαι για να αναπνεύσεις. Μα, δεν ήταν πάντα έτσι? Δεν ήσουν πάντα ένα αερικό, ένας άνθρωπος χωρίς σχήμα και χωρίς υπόσταση, ένα πνεύμα στο χωριό των ζωντανών νεκρών?

Κι όμως, ο άνθρωπος που πιστεύεις πως ήσουν και πως είσαι, δεν είναι ο άνθρωπος που θες. Δεν είναι ο άνθρωπος που έλεγες πως δεν θα δώσει σημασία σε κούφια λόγια, δεν είναι ο άνθρωπος που δεν θα επενδύσει πάνω σε ψεύτικες υποσχέσεις, δεν είναι ο άνθρωπος που θα δει μέσα από το ψέμα, αλλά αντιθέτως θα το πιστέψει, ακριβώς γιατί θέλει να το πιστέψει, ΘΕΛΕΙ να πιστέψει πως αυτό το τόσο μα τόσο κάλπικο γεγονός είναι κάτι το όμορφο, κάτι το οποίο αξίζει να το έχει, γιατί έτσι φαίνεται. Όλα έτσι φαίνονται. Σε όλα θες να πιστέψεις, σε όλα θες να αφεθείς να σε παρασύρουν και καταλήγεις να παρασύρεσαι και εν τέλει να πνίγεσαι εσύ από τα δικά σου δάκρυα, μέσα στην δική σου πανταχού-παρούσα πίστη σου στον κόσμο. Θέλεις τόσο μα τόσο πολύ να αλλάξεις τον κόσμο, να σταματήσεις αυτό τον οργασμό από ψέματα που έχει καταλήξει να κατευθύνει τις ψυχές των ανθρώπων. Και όλο λες πως δεν θα ξανακάνεις το ίδιο λάθος, όλο λες πως δεν θα ξαναπιστέψεις τίποτα από τα λεγόμενα κάποιου ή κάποιας, δεν θα επενδύσεις ποτέ ξανά πάνω στις λέξεις που όλοι μας με τόση ευκολία ξεστομίζουμε. Και καταλήγεις ξανά στον ίδιο φαύλο κύκλο πίστης-απογοήτευσης.

Ο κόσμος αλλάζει γλυκέ μου ονειροπόλε. Δεν είναι για σένα. Ο κόσμος γίνεται μια μηχανή χωρίς συναίσθημα, ένα ανήθικο αστείο χωρίς κανένα νόημα πέρα από την εφήμερη και ανούσια παρουσία μας. Ο κόσμος...Ο κόσμος είναι ένα τέρας, ένα τέρας της καθημερινότητας,ένα τέρας του προσωπικού συμφέροντος, ένα τέρας το οποίο είναι έτοιμο να σε καταπιεί και να σε χωνέψει μέχρι εσύ να πεις το πρώτο "γειά" και το τελευταίο "αντίο". Κι εσύ θες να τον αλλάξεις? Πόσο μα πόσο γελασμένος είσαι πια? Πόσο ρομαντικός...Ανάθεμα.

Μια αγκαλιά χρειάζεσαι μικρέ μου. Μια αγκαλιά που όταν είσαι σε αυτήν τίποτα δεν θα σε αγγίζει. Μια αγκαλιά στην οποία θα μπορείς άφοβα να ονειρευτείς πάλι, θα μπορείς να ζήσεις. Κι έτσι ίσως αλλάξεις τον κόσμο.

cipherk.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

one year from then.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την νύχτα, ένα χρόνο πριν. Ήταν σαν να ξυπνάω από ένα όνειρο, ένα πολύ αληθινό όνειρο με τον πιο βίαιο και βάναυσο τρόπο. Και το πιο αστείο γεγονός είναι πως οι μέρες ένα χρόνο μετά, σχεδόν συμπίπτουν. Βράδυ Τρίτης 2 Ιουλίου τότε, ξημερώματα Τετάρτης 2 Ιουλίου και σήμερα. Ειρωνικό τουλάχιστον. Το σύμπαν έχει έναν ιδιαίτερα καυστικό τρόπο να σε κοροιδεύει και να σε χλευάζει, και κάπως έτσι, να σε κάνει να αναρωτιέσαι τι έχεις καταφέρει να κάνεις από τότε μέχρι σήμερα, πόσο έχεις προχωρήσει με την ζωή σου, πόσο έχεις αλλάξει. Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα μέσα σου, πόσο έχεις αλλάξει τους γύρω σου, πόσο μεγάλη απόσταση έχεις διανύσει από τότε στην σκάλα που κάποιος κάποτε είχε ονομάσει χάος.

Λοιπόν, ένα χρόνο μετά λίγα πράγματα έχουν αλλάξει, αν εξαιρέσεις αυτά που έτσι κι αλλιώς γίνονται. Τι εννοώ? Το ότι είμαι κατά ένα έτος μεγαλύτερος, κατά ένα έτος πιο κουρασμένος, κατά ένα έτος πιο απογοητευμένος. Απογοητευμένος που δεν έχω την δύναμη να προχωρήσω. Να σε αφήσω, να σε βγάλω από το μυαλό μου. Είναι λες και έχεις χαράξει με το πιο κοφτερό μαχαίρι στο μυαλό μου το όνομά σου, την φωνή σου, το γέλιο σου, το βλέμμα σου, το χαμόγελό σου, το χάδι σου. Και τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την ουλή που έχει αφήσει αυτό το τραύμα. Και το λέω με υπερηφάνεια αυτό, νιώθω πολύ τυχερός που ήσουν εκεί, για όσο διάστημα ήσουν εκεί, μακάρι να ήταν περισσότερο, μακάρι να ήταν μεγαλύτερη η ουλή, πιο βαθιά, πιο δύσκολο να επουλωθεί.

Κι όμως, επουλώθηκε. Δύσκολα μεν, αλλά επουλώθηκε. Κάτι για το οποίο είμαι ακόμα πιο υπερήφανος. Και αυτό γιατί μου έδειξες πως ακόμα και οι άνθρωποι που πιστεύεις πως δεν θα σε αφήσουν ποτέ, οι άνθρωποι που πιστεύεις πως θα είναι κοντά σου, οι άνθρωποι που σου είναι αγαπητοί μπορούν να σε πληγώσουν με τον χειρότερο τρόπο. Και ποιός είναι ο τρόπος? Να σε αφήσουν. Και να μην γυρίσουν ποτέ ξανά. Μου έδειξες πως οι άνθρωποι πάντα φεύγουν, είτε σε ως φυσικές παρουσίες, είτε πνευματικά. Μου έδειξες πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να αναζητούν την ελευθερία, και όχι για να φυλακίζονται από οτιδήποτε. Από μία σχέση, από κάποιον φίλο τους, από μία κοινωνία, από μία ιδέα, από μία θρησκεία. Μου έδειξες πως οι άνθρωποι φτιάχτηκαν για να κάνουν αυτό που θέλουν, να έχουν την επιλογή να κάνουν αυτό που η συνείδησή τους θεωρεί καλύτερο και σωστότερο για την πνευματική και ψυχική τους ηρεμία. Και οι άνθρωποι που φυλακίζονται από τα παραπάνω δεν είναι παρά υποχείρια, πιόνια, στο τραπέζι των ελεύθερων.

Και μου έδειξες και την άλλη πλευρά. Μου έδειξες πως είναι να σε αγαπά κάποιος υπέρμετρα, να σε λατρεύει, και να τον λατρεύεις κι εσύ εις διπλούν. Μου έδειξες πως είναι να νοιάζεσαι για κάποιον, μου έμαθες την έννοια της λέξης "αγαπώ". Μου δίδαξες την αγάπη και τον πόνο, μου έμαθες ξανά το "γειά" και το "αντίο". Και δεν νομίζω πως θα μπορέσω να σου τα ξεπληρώσω ποτέ όλα αυτά.

Ό,τι είμαι σήμερα, έναν χρόνο μετά, οφείλεται σε εσένα. Εσύ μου άνοιξες τα μάτια, εσύ μου έδειξες το χρώμα που υπάρχει στην ζωή και εσύ μου έμαθες πως είναι να κλείνεις τα μάτια  και να δακρύζεις, πως είναι να μην θες να ρίξεις ούτε μία ματιά παραπάνω σε αυτά που σε κάνουν να πονάς. Και παρόλο που ξέρω πως δεν πρόκειται να το διαβάσεις ποτέ αυτό το κείμενο, δεν με πειράζει. Ίσως καλύτερα να μην το διαβάσεις ποτέ. Ίσως κάποια στιγμή, αν ποτέ οι δρόμοι μας μας φέρουν πάλι κοντά, να σου το δώσω εγώ ο ίδιος να το διαβάσεις. Μπορεί. Αλλά θέλω να ξέρεις πως σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ που με έκανες ό,τι είμαι σήμερα, σε ευχαριστώ που μου έδειξες τι σημαίνει αγάπη και πόσο πονάει όταν την χάνεις.


Το χαμόγελό σου θα είναι πάντα χαραγμένο στην καρδιά μου.
Γι'αυτό θα'θελα να χαμογελάς.

cipherk

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

whatever.

Και με το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, εκείνος ακόμα σκέφτεται. Σκέφτεται τι σκατά κάνει λάθος. Για ποιόν λόγο όλα του ξεφεύγουν τόσο εύκολα, όλα τα χάνει. Σκέφτεται. Προσπαθεί να καταλάβει και να δει, αν επενεξετάσει την κάθε του κίνηση, την κάθε ορμή του που τον οδήγησε να βγαίνει ξανά και ξανά χαμένος, όπως πάντα. "Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν αγαπητέ μου. Κάποιοι βγαίνουν μονίμως χαμένοι, κάποιοι μονίμως κερδισμένοι. Η κοινωνία είναι το κλειστό σύστημα στο οποίο κρατώνται οι ισορροπίες, όχι ο άνθρωπος. Ο κάθε άνθρωπος ανήκει σε μια από τις δύο κατηγορίες, οι οποίες είναι φτιαγμένες για να κρατώνται αυτές οι ισορροπίες. Άλλοι τους λένε τυχερούς και άτυχους, άλλοι κερδισμένους και χαμένους, άλλοι φτωχούς και πλούσιους. Αλλά πότέ ένας άνθρωπος δεν μεταπηδά από την μια κατηγορία στην άλλη, κανένας δεν το έχει καταφέρει. Για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να αλλάξει η ίδια η κοινωνία, πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο. Συνολικά, σαν άνθρωποι."

Τι σχέση έχουν όλα αυτά δεν γνωρίζει, ίσως να μην μάθει ποτέ. Του φαίνεται όμως τόσο παράξενο και συνάμα τόσο, μα τόσο άδικο. Δεν γνωρίζει πως είναι η γεύση της νίκης, γιατί μονίμως ανήκε στους χαμένους. Δεν γνωρίζει την γεύση της τύχης, γιατί μονίμως ήταν άτυχος. Δεν γνωρίζει τη γεύση του πλούτου, γιατί μονίμως ήταν φτωχός. Ήξερε μόνο την γεύση της πίκρας, της απογοήτευσης, του χαμού, της στεναχώριας, του μίσους.

Ήξερε όμως ταυτόχρονα και το γεγονός πως μπορεί και πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Να χαράξει ο ίδιος το μέλλον του, ή έστω να προσπαθήσει. Και αυτό τον τροφοδοτούσε με ένα από τα σπουδαιότερα συναισθήματα, την ελπίδα. "Οι άνθρωποι, άλλωστε είναι άνθρωποι επειδή καταλαβαίνουν την σημασία της λέξης ελπίδα." Έτσι δεν είναι? Λέξεις που τριγυρνούν στο μυαλό του, φράσεις, γεγονότα. Η σκέψη του αποκτούσε ιλιγγιώδη ταχύτητα και οι σφυγμοί του άρχισαν να αποκτούν έναν τρελό ρυθμό.

Αυτό είναι η τρέλα? "Πάρε δυο βαθιές ανάσες" μια φωνή μέσα του. "Σκάσε! Πρέπει να βρεθεί λύση!" μια άλλη. Τα χέρια του που τα κοιτούσε με απορία σχημάτιζαν περίεργα σχήματα μέσα στο μυαλό του. Οι εικόνες που του ερχόντουσαν στο μυαλό τον διαπερνούσαν σαν ηλεκτρισμός. Ρίγος. Αναγούλα. "Χαμένοι είναι αυτοί που δεν ξεπερνούν τον εαυτό τους." Τι πάει να πει αυτό?

Ξαφνικά, ένα κενό. Για πρώτη φορά καταλάβαινε πως μιλούσε φωναχτά, με ένταση. Σταμάτησε. Κοίταξε τα χέρια του. Παρατήρησε την κάθε χαρακιά, την κάθε ουλή, τον κάθε μικρό πόρο, την κάθε γραμμή. Προσπάθησε να διακρίνει την κάθε λεπτομέρειά τους, την διαφορετικότητα του ενός  από το άλλο. Ακόμα και αυτά είχαν διαφορές μεταξύ τους. Οι γραμμές του αριστερού χεριού ήταν τελείως διαφορετικές από τις γραμμές του δεξιού. Τα έσφιξε μεταξύ τους, σαν να παρακαλάει κάποιον. Αλήθεια, ποιόν είχε να παρακαλέσει? Σε ποιόν μπορούσε να απευθυνθεί? Στο δωμάτιο στο οποίο ήταν, σκοτεινό και άχαρο, δεν υπήρχε κάποιος. Καταλάβαινε πως ήταν μόνος του. Χαμένος. Ξανά.

Και τότε ζεστά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Πάντα λάτρευε την γεύση τους. Είχαν μια αλμυρότητα που δύσκολα ξεχνιέται. Βγήκε έξω, κοιτώντας το φεγγάρι. Βουρκωμένος, του είπε: "Θα τα καταφέρω".

cipherk.